Συνθηκολόγηση

Συντάκτης: Γιώργος Μαργαρίτης*

Οι πόλεμοι, ακόμα και οι πιο ολοκληρωτικοί, κάποτε τελειώνουν. Η «νομική», αν θέλετε, διαδικασία για τον τερματισμό του κάθε πολέμου διαφέρει σημαντικά από περίπτωση σε περίπτωση. Το λεγόμενο «δίκαιο του πολέμου» είναι μια εξαιρετικά ασαφής και ευμετάβλητη κατασκευή. Σε γενικές γραμμές, όμως, μπορούμε να διακρίνουμε δύο φάσεις στη διαδικασία τερματισμού ενός πολέμου.

Η πρώτη αφορά τη διακοπή των εχθροπραξιών. Στις 11 Νοεμβρίου του 1918, για παράδειγμα, η ηγεσία του γερμανικού στρατού υποχρεώθηκε να δεχθεί Ανακωχή (Armistice) στο δυτικό της μέτωπο.

Η ημερομηνία αυτή γιορτάζεται κάθε χρόνο στις χώρες των δυνάμεων που βρίσκονταν με τη μεριά των νικητών ως ημέρα της νίκης, δηλαδή της ολοκλήρωσης της αιματηρής φάσης του πολέμου. Κάτι ανάλογο συνέβη στις 9 Μαΐου του 1945, όταν και πάλι ο γερμανικός στρατός υποχρεώθηκε σε συνθηκολόγηση με τη μορφή της «άνευ όρων παράδοσης». Η ημέρα καθιερώθηκε ως επέτειος της αντιφασιστικής νίκης των λαών.

Η διακοπή όμως της αιματηρής φάσης του πολέμου δεν σημαίνει -«νομικά» και πάλι- την επίσημη λήξη του. Η τελευταία σηματοδοτείται από μια πολιτική πλέον συμφωνία μεταξύ των χθεσινών εμπολέμων, η οποία ρυθμίζει όλα τα διακυβεύματα που κατατέθηκαν στην κρίση των όπλων στην αρχή των εχθροπραξιών: τις τυχόν αλλαγές συνόρων, την προσαρμογή κυριαρχικών δικαιωμάτων, πολεμικές επανορθώσεις και όλα τα συνακόλουθα.

Στην πολιτική του ετούτη πλευρά ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ολοκληρώθηκε με μια σειρά συνθηκών, η πιο σημαντική από τις οποίες ήταν η Συνθήκη των Βερσαλλιών, στις 28 Ιουνίου 1919. Στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ειδικά στη γερμανική περίπτωση, δεν υπήρξε συνθήκη ειρήνης, για τον απλό λόγο ότι η «άνευ όρων παράδοση» περιελάμβανε την κατάργηση του γερμανικού κράτους στην ολότητά του.

Το γερμανικό κράτος «εξαφανίστηκε» και χρειάστηκε να «επανιδρυθεί» μερικά χρόνια μετά το τέλος των εχθροπραξιών με τη μορφή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

Ετούτη η ιστορική αναδρομή έχει ίσως μια ειδική σημασία στις ημέρες μας. Ενας παλιός, αλλά όχι τόσο ξεχασμένος, πόλεμος, στον οποίο η Ελλάδα υπήρξε «εμπλεκόμενο μέρος», βαδίζει προς το πολιτικό του τέλος, την υπογραφή συνθήκης ειρήνης δηλαδή. Η θερμή φάση του πολέμου αυτού έλαβε χώρα στο μακρινό 1974 και ολοκληρώθηκε με την παρέμβαση των μεγάλων δυνάμεων - κάτω από τη σκέπη του ΟΗΕ, όπως συνήθως γίνεται στον σημερινό κόσμο.

Ολοκληρώθηκε αφού μετέβαλε τον πολιτικό χάρτη της Κύπρου και άφησε πίσω της πλήθος εκκρεμότητες. Τις τελευταίες αυτές έρχεται, σύμφωνα με τις ενδείξεις, να ρυθμίσει η συνθήκη ειρήνης.

Επειδή τα εμπλεκόμενα στον πόλεμο αυτόν μέρη τυχαίνει να είναι «φίλοι και σύμμαχοι», μέλη του ίδιου πολιτικού και στρατιωτικού συνασπισμού, του Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ή αλλιώς ΝΑΤΟ), η συνθήκη ειρήνης δεν μπορεί να κατονομαστεί ως τέτοια: την ονομάζουν λοιπόν «Συμφωνία επίλυσης του κυπριακού ζητήματος».

Φυσικά η πολεμική αναμέτρηση του 1974 παρήγαγε αποτελέσματα και δημιούργησε νέες καταστάσεις. Ενα μεγάλο μέρος της Κυπριακής Δημοκρατίας καταλήφθηκε τότε από στρατό εισβολής και παραμένει μέχρι σήμερα σε καθεστώς στρατιωτικής κατοχής.

Οι καταστάσεις που διαμορφώθηκαν ενίσχυσαν οπωσδήποτε τα «επιχειρήματα» του νικητή της πολεμικής σύγκρουσης σε τρόπο ώστε η από καιρό αναμενόμενη συνθήκη ειρήνης (ή «ρύθμιση», για να μη χαλάμε το διπλωματικό λεξιλόγιο) να μοιάζει εντυπωσιακά με συνθηκολόγηση της πλευράς του στρατιωτικά νικημένου.

Ισως για τον λόγο αυτό να καθυστέρησε για τόσα πολλά χρόνια η υπογραφή της συνθήκης. Προφανώς, τα περί δικαίου, «διεθνούς νομιμότητας» και τα συναφή επιχειρήματα ελάχιστα έπεισαν μπροστά στην κατοχική πραγματικότητα και τη στρατιωτική παρουσία του νικητή.

Με τον τρόπο αυτό ο πόλεμος του 1974 ολοκληρώνεται και ως προς τα πολιτικά του αποτελέσματα και μαζί του ολοκληρώνεται ο βραχύς βίος της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως τη δημιούργησαν οι συνθήκες του 1960. Το νέο κράτος που θα γεννηθεί θα αποτελείται από δύο «συνιστώτα» κράτη, τα οποία θα τα χωρίζουν πολύ περισσότερα από τα ελάχιστα που θα τα «ενώνουν».

Θα μπορούσε μάλιστα να τεθεί το εύλογο ερώτημα πάνω σε τι ακριβώς θα διαφέρει η προτεινόμενη κατάσταση από την κατοχική σημερινή, όπως την έχουν διαμορφώσει οι ερήμην τελικής διευθέτησης καταστάσεις. Στο σημείο αυτό θα διακινδυνεύσουμε ίσως μια εξήγηση.

Στα χρόνια που μεσολάβησαν από το 1974 έως σήμερα η Κύπρος, όπως ήταν αναμενόμενο, άλλαξε δραματικά σε πολλά πεδία. Οι κάτοικοί της από περίπου 750.000 που ήταν τότε πλησιάζουν πλέον τους 1.300.000. Ταυτόχρονα όμως άλλαξαν και οι διεθνείς συσχετισμοί που ενδιαφέρουν το νησί.

Η Τουρκία αναδείχθηκε σε περιφερειακή δύναμη, ενώ η Ελλάδα βυθίστηκε σε μακρόχρονη και χωρίς ορατό τέλος πολυεπίπεδη κρίση. Σε ετούτη την άτυχη συγκυρία διαπιστώθηκε η ύπαρξη σημαντικών κοιτασμάτων φυσικού αερίου έξω από τις ακτές του νησιού. Η εκμετάλλευση αυτών των κοιτασμάτων έφερε στο προσκήνιο ανταγωνισμούς, σχεδιασμούς και επιθυμίες.

Η Τουρκία θα είχε να επιλύσει πολύπλοκα διπλωματικά, ίσως και στρατιωτικά προβλήματα, εάν διεκδικούσε απευθείας μερίδιο στην εκμετάλλευση αυτών των πλουτοφόρων ευρημάτων.

Πολλά από τα προβλήματα αυτά θα έπαυαν να υπάρχουν εάν τα συμφέροντα των τουρκικών ομίλων διασφαλίζονταν μέσα από μια ερμαφρόδιτη και ως εκ τούτου εκβιάσιμη «κεντρική κυβέρνηση» στο νησί. Οσοι νομίζουν ότι η «ρύθμιση»-συνθηκολόγηση θα φέρει ειρήνη και σταθερότητα ίσως εκπλαγούν στο μέλλον.

Να θυμίσουμε, τελευταίο, ότι όλα αυτά αποτελούν ΚΑΙ δημιουργήματα του ελληνικού «εθνικισμού» και της χούντας που πολλοί, παράδοξα, στη χώρα μας σήμερα φαίνεται να θαυμάζουν.

* καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας ΑΠΘ

Πηγή

Follow us - Ακολουθήστε μας

Εικονικές περιηγήσεις 360°

Our video channels - Τα κανάλια μας

Πρόσφατα σχόλια

Γιώτα σχολίασε στο άρθρο Συνεδρίαση της 21ης Ιανουαρίου 2016
Γνωρίζει κάποιος να μου πει αν ο κ. Φρά...
Θετική η απόφαση της κ. Δημητριάδου να ...
Και τότε μας έδιναν δάνεια για να αγορ...
δεν καταλαβαίνω σχολίασε στο άρθρο Συνεδρίαση της 20ης Φεβρουαρίου 2013
Ο πρόεδρος αναφέρει πως πιλοτικά έβαλ...

ΣΗΜΕΙΩΣΗ! Tο kilkisorama.gr χρησιμοποιεί cookies και από την Google

Μάθετε Περισσότερα

Το κατάλαβα